Κι όμως ο Δημήτρης Σταμούλης πιστεύει ότι η νύχτα δεν είναι μαύρη



Συνέντευξη στη Μαρία Νίκα 

Όταν δεν έχει παραστάσεις ή δεν κάνει βόλτες στην πόλη με το ποδήλατό του, φτιάχνει «μαγικές» ιστορίες. Αυτό συμβαίνει συνήθως τη νύχτα. Εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου του «Ποιος είπε ότι η νύχτα είναι μαύρη;».
Ο λόγος για τον ηθοποιό Δημήτρη Σταμούλη, ο οποίος αυτή την εποχή συμμετέχει στις δυο θεατρικές παραγωγές του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας. Τον «Γενικό Γραμματέα» του Ηλία Καπετανάκη σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη και τους «Φασουλήδες με το ρόπαλο», έργο για παιδιά του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που σκηνοθέτησε ο Θεόδωρος Εσπίριτου.
Συναντηθήκαμε Κυριακή μεσημέρι σ’ ένα καφέ κοντά στο Δημοτικό Θέατρο. Κι επειδή όχι μόνο γράφει και ζωγραφίζει ωραίες ιστορίες, αλλά τις διηγείται κι όλας, ξεκινώντας από τα θεατρικά και τα εικαστικά φτάσαμε να μου λέει πώς η μητέρα του βρέθηκε κάποτε σ’ ένα πλοίο για την Αυστραλία, με τη φωτογραφία ενός άγνωστου γαμπρού στο χέρι, όπως ακριβώς οι «Νύφες» στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη!





- Παίζετε και στις δύο χειμερινές παραγωγές του ΔΗΠΕΘΕΚ. Στον «Γενικό Γραμματέα» είστε ο Μίχος. Τους «Φασουλήδες με το ρόπαλο» δεν τους έχω δει ακόμη…

Εκεί παίζω τον Κουρίτο, έναν Ανδαλουσιανό, ο οποίος, αφού έχει ταξιδέψει όλο τον κόσμο, επιστρέφει μετά από πέντε χρόνια και διεκδικεί την όμορφη Ροζίτα. Είναι μια πολύ τρυφερή ιστορία που, τελειώνοντας το έργο, σου αφήνει μια γλυκιά γεύση. Μιλά για τη δύναμη της αγάπης. Είναι μαγικό. Εξάλλου ο Λόρκα είναι ποιητής. Είναι ένα μεγάλο ποίημα αυτό το έργο. Και χαίρομαι που τα παιδιά το καταλαβαίνουν. Το νιώθω από το ύφος τους, από τις σιωπές τους. Ανησυχούσαμε, επειδή ο λόγος είναι ποιητικός, αν θα καταλάβουν την υπόθεση. Κι όμως είναι ένα θαύμα αυτό που συμβαίνει.


- Και στον «Γενικό Γραμματέα» έχετε έναν αντίστοιχο ρόλο...

Δεν είναι ακριβώς αντίστοιχος. Ο Μίχος που κάνω στον «Γενικό Γραμματέα», ναι μεν αγαπάει σφόδρα και διεκδικεί με όλη του τη δύναμη την αγαπημένη του Θεώνη, αλλά αυτός είναι ένα μάλλον φοβισμένο ανθρωπάκι. Είναι διαφορετικό, γιατί στον «Γενικό Γραμματέα» παρουσιαζόμαστε σαν καρικατούρες. Θυμίζουμε χαρακτήρες ελληνικής ταινίας. Μερικές φορές πλησιάζουμε τα καρτούν. Δεν είναι ακριβώς ρεαλιστικό θέατρο. Ο σκηνοθέτης μας, ο Γιάννης Μαργαρίτης, είχε καταπληκτικές ιδέες. Έβγαλε ένα τρελό, σχεδόν σουρεαλιστικό χιούμορ, πράγμα που εμένα μου αρέσει πολύ. Είναι το είδος του θεάτρου που μπορεί να θυμίζει λίγο τσίρκο, λίγο κλόουν, έχει ακραίους χαρακτήρες. Αυτό ήταν και το στοίχημα. Και απ’ ό,τι βλέπω, από τις αντιδράσεις του κόσμου, το πετύχαμε. Ο κόσμος γελάει, περνάει καλά. Είναι μεν κωμωδία, αλλά περνάει πολλά μηνύματα. Παρότι γράφτηκε το 1893 είναι τόσο σύγχρονο. Και αυτή η ματιά του Γιάννη Μαργαρίτη που θυμίζει παλιό ελληνικό κινηματογράφο, αλλά έχει και σύγχρονα στοιχεία, όλη αυτή η ανάμιξη με γοητεύει πολύ.




- Στην Καλαμάτα πρώτη φορά;

Πρώτη φορά και θεωρώ ότι είναι ευλογημένη πόλη. Τη λατρεύω. Αυτή την εποχή νιώθω πάρα πολύ τυχερός. Παίζω σε δύο ωραίες παραστάσεις, σε μια όμορφη πόλη. Έχω ταξιδέψει με τα Περιφερειακά Θέατρα σχεδόν σε όλη την Ελλάδα. Η Καλαμάτα μέχρι τώρα είναι η πιο αγαπημένη μου. Είναι όμορφη, καθαρή, έχει ήλιο, θάλασσα, βουνό, περιστοιχισμένη από τη φύση. Τι άλλο θέλω στη ζωή μου; Είμαι δυο μήνες εδώ και δεν έχω γυρίσει στην Αθήνα. Με τους φίλους μου μιλάω στο skype και στα τηλέφωνα. Θέλω να το χαρώ όσο μπορώ. Λογικά, σύμφωνα με το συμβόλαιό μου, φεύγω μέσα Απριλίου. Με πολλή λύπη θα φύγω.


- Στο βιογραφικό σας διάβασα ότι γεννηθήκατε στο Σίδνεϊ αλλά έπειτα βρεθήκατε στην Κύπρο. Πώς συνέβη αυτό;

Γεννήθηκα στο Σίδνεϊ από μετανάστες γονείς. Τη μητέρα μου, στα 16 της, την έστειλαν στην Αυστραλία με το πλοίο. Είναι μια από τις «νύφες» της εποχής, όπως αυτές στην ταινία του Βούλγαρη. Κατέβηκε από το καράβι με τη φωτογραφία στο χέρι, βρήκε αυτόν που της είχαν διαλέξει για γαμπρό και τον παντρεύτηκε. Όμως ο άνθρωπος μετά από ένα χρόνο έφυγε από τη ζωή. Αργότερα, σε ένα σπίτι που μαζεύονταν Ελληνοκύπριοι -η μητέρα μου ήταν Κύπρια- γνώρισε τον πατέρα μου, ο οποίος είχε πάει στην Αυστραλία. Επίσης μετανάστης, από την Αίγυπτο. Αιγυπτιώτης, Έλληνας της Αλεξάνδρειας. Έτσι γεννήθηκα εγώ στο Σίδνεϊ. Όταν ήμουν 4 ετών γυρίσαμε στην Κύπρο όπου μεγάλωσα, μέχρι την εισβολή του ΄74, οπότε φύγαμε για τρία χρόνια στην Αγγλία, και στη συνέχεια πάλι πίσω στην Κύπρο. Τελειώνοντας το Λύκειο, ήρθα στην Αθήνα να σπουδάσω ζωγραφική. Ξεκίνησα από τη ζωγραφική αλλά μετά σκέφτηκα να δοκιμάσω και το θέατρο. Κι εκεί βρήκα αυτό που πραγματικά μου άρεσε. Γιατί το θέατρο περιέχει όλες τις τέχνες. Νιώθω πολύ τυχερός γιατί κάνω αυτό που αγαπάω. Θεωρώ πολύ σημαντικό το να κάνουν οι άνθρωποι αυτό που αγαπάνε. Βέβαια τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα τώρα, αλλά ό,τι κι αν διαλέξεις πληρώνεις ένα τίμημα.




- Με το σκίτσο και το γράψιμο πώς ασχοληθήκατε;

Πάντα ζωγράφιζα, έχω κάνει και εκθέσεις. Είναι πολύ αστείο το πώς κατέληξε όλο αυτό σε βιβλίο. Κάποια στιγμή, μια φίλη στο θέατρο είχε ξεχασμένο στο καμαρίνι της έναν πάκο κλειστό με λευκά φύλλα Α4. «Αυτό το έχεις ξεχάσει εδώ» της λέω. Μου απαντάει «αν θες πάρτο δεν το χρειάζομαι». Και το πήρα σπίτι μου. Το ακούμπησα στο γραφείο, το άνοιξα και είδα τα λευκά χαρτιά. Εγώ έχω ένα «βίτσιο». Άμα βλέπω λευκό χαρτί πρέπει κάτι να κάνω πάνω του, να γράψω ή να σκιτσάρω. Και ξεκινάω να σκιτσάρω και από κάτω μου βγαίνει μια φράση. Εκείνη την ώρα δεν το σκέφτηκα. Περνάνε δυο-τρεις μέρες και το ξαναβλέπω πεταμένο πάνω στο γραφείο. Και λέω «βρε συ, κάτι έχει αυτό». Γιατί όταν αποστασιοποιείσαι από αυτό που κάνεις καλλιτεχνικά, μπορείς να το δεις καλύτερα, με καθαρό και αντικειμενικό μάτι. Ήταν ένα αφαιρετικό σκιτσάκι, σαν παιδικό. Έκανα ένα δεύτερο, ένα τρίτο… Και κάποια στιγμή έβαλα στόχο να τα κάνω 50. Χαλαρά, δε σκεφτόμουν να βγάλω βιβλίο. Μετά από πολύ καιρό, όταν είχα φτιάξει 50, πήρα μια φίλη μου, η οποία είναι «σοκαριστικά» αυστηρή - δε θα σου πει ψέματα ποτέ. Της έχω βγάλει το παρατσούκλι «λαιμητόμος». Την κάλεσα και ήρθε από το σπίτι. Της έδωσα αυτά που είχα κάνει και άρχισε να τα κοιτάζει. Στο τρίτο - τέταρτο είδα τα μάτια της υγρά. Της λέω «τι έπαθες;». Και μου απαντάει: «Είναι πάρα πολύ ωραία και πρέπει να βρεις έναν εκδοτικό οίκο».
Έτσι πήρα το φίλο μου τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, τον συγγραφέα, κι εκείνος μου πρότεινε τις εκδόσεις «Ποταμός». Έπεσα σε καλά χέρια, γιατί βγάζουν υπέροχα βιβλία. Βρέθηκα λοιπόν μπροστά στο γραφείο της εκδότριάς μου, της Αναστασίας Λαμπρία, με την αθωότητα του πρωτάρη. Δεν ήξερα πόσο δύσκολο ήταν να βγάλει κανείς βιβλίο. Εκ των υστέρων έμαθα ότι ήμουν πολύ τυχερός. Γιατί κάποιοι φίλοι με ρωτούσαν πόσο πλήρωσα για να βγάλω βιβλίο, κι εγώ με αφέλεια τους αντιρωτούσα: «Γιατί πληρώνεις για να βγάλεις βιβλίο;».


- «Ποιος είπε ότι η νύχτα είναι μαύρη;». Γιατί αυτόν τον τίτλο;

Επειδή όλα αυτά τα έγραψα και τα ζωγράφισα τη νύχτα.




- Τα κείμενά σας έχουν ιδιαίτερο χιούμορ, είναι αστεία, ευαίσθητα αλλά και σκληρά…

Από φίλους και γνωστούς που έχουν διαβάσει το βιβλίο, άλλοι μου λένε «γέλασα πάρα πολύ», άλλοι ότι είναι μελαγχολικό, άλλοι «σκοτεινό αλλά βγάζει φως». Εγώ δε μπορώ να το κρίνω, αλλά ξέρω ότι μέσα μου, βαθιά, πέρα από τη μελαγχολία που έχω κατά καιρούς, είμαι αισιόδοξο άτομο. Όμως το βιβλίο δε μπορώ να το χαρακτηρίσω. Έχω ακούσει πράγματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Στα βιβλιοπωλεία δεν το έχουν εντάξει σε μία κατηγορία. Κάποιοι το έβαλαν στα ράφια με την ποίηση, άλλοι στα παιδικά. Δεν έχει καμία σχέση με παιδικό βιβλίο. Αν το διαβάσει ένα παιδί θα αυτοκτονήσει. Κάποιοι το έβαλαν στα κόμικς. Επίσης καμία σχέση. Σίγουρα δεν είμαι συγγραφέας, σίγουρα δεν είμαι ποιητής. Ηθοποιός είμαι. Αυτό που ξέρω είναι ότι βρήκα το δικό μου τρόπο να εκφράσω κάποιες σκέψεις μου και χαίρομαι που έχει ανταπόκριση. Τα σκίτσα μπορεί να θυμίζουν παιδική ζωγραφική ή να είναι λίγο «ναΐφ», αλλά κατέληξα να ζωγραφίζω με αυτόν τον τρόπο, μετά από πολλή σκέψη, γιατί λατρεύω την παιδική ζωγραφική. Τα παιδιά έχουν μια σοφία που, μεγαλώνοντας, τη χάνουν. Διδάσκω ζωγραφική σε παιδάκια και πραγματικά μαθαίνω από αυτά. Είναι συγκλονιστικό.




- Από πού εμπνέεστε τις ιστορίες σας;

Μού έρχονται ουρανοκατέβατες! Όμως δεν έχω επινοήσει τίποτα. Είναι όλα ιστορίες δικές μου και φίλων μου. Δεν καταβάλλω προσπάθεια. Μπορεί ξαφνικά να χωθεί στο κεφάλι μου μια ιδέα. Γι’ αυτό και την εποχή που είχα τη στήλη στη LIFO, ήμουν συνέχεια με χαρτί και μολύβι. Έπρεπε κάθε βδομάδα να έχω έτοιμο ένα κειμενάκι κι ένα σκίτσο. Εκεί λίγο πιέστηκα. Ήμουν στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και ξαφνικά μου ερχόταν μια ιδέα. Τα παρατούσα όλα κι έγραφα γρήγορα στο χαρτάκι. Γιατί όταν σου έρχεται αυτόματα η σκέψη είναι και με τη σωστή σειρά των λέξεων. Το φτιάχνεις λίγο μετά, αλλά το μυαλό είναι «ύπουλο». Σου φέρνει τις σωστές λέξεις τη στιγμή εκείνη και μετά πας να το φτιάξεις και το χαλάς. Κι εδώ έρχομαι στο θέατρο, όπου κάποιοι σκηνοθέτες πολλές φορές βλέπουν κάτι ωραίο, δροσερό, αυθόρμητο και όταν επεμβαίνουν πάνω του χαλάει. Αν είναι κάτι τόσο δροσερό και αυθόρμητο δεν το χαλάς, το αφήνεις. Κι ας είναι και λίγο άτεχνο, έχει κι αυτό την ομορφιά του. Αυτό δεν ισχύει με τον Γιάννη Μαργαρίτη, με τον οποίο δουλεύουμε με αυτοσχεδιασμούς κι έχουμε ωραία επικοινωνία.




- Τα Δημοτικά Θέατρα πώς τα βλέπετε;

Έζησα τη χρυσή εποχή των ΔΗΠΕΘΕ, την πρώτη. Για την Καλαμάτα μπορώ να πω ότι είναι οργανωμένη, πληρώνομαι κανονικά και στην ώρα μου, με τα ένσημά μου, αμείβομαι για τις πρόβες μου. Γιατί το αυτονόητο έχει σταματήσει. Είναι πολύ δύσκολο στην Αθήνα πια να πληρωθείς για την περίοδο που κάνεις πρόβες. Δηλαδή δουλεύεις ίσως και τρεις μήνες τζάμπα. Θεωρώ ότι ο Γιάννης Μαργαρίτης (καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕΚ) κάνει καλή δουλειά και θα συνεχίσει. Έχουν αλλάξει οι εποχές, τα χρήματα είναι λιγότερα, αλλά εγώ νιώθω ότι είμαι σε ένα οργανωμένο θέατρο, σε δύο πολύ καλές θεατρικές παραστάσεις. Είναι τύχη να παίζεις πια σε κρατικούς οργανισμούς.



- Υπάρχει κάποιος ρόλος που θα θέλατε να ερμηνεύσετε;

Φυσικά και ονειρεύομαι ρόλους, αλλά τώρα πια πιο πολύ με ενδιαφέρει να δουλεύω με καλούς ανθρώπους. Και εννοείται ταλαντούχους ηθοποιούς. Γιατί είμαστε πάρα πολλές ώρες μαζί. Και είναι ωραίο να νιώθεις ότι αυτός που είναι δίπλα σου έχει ευγενική ψυχή, είναι καλή πάστα.


- Βάζετε την προσωπική ευτυχία πάνω από την επαγγελματική;

Εννοείται. Αλλιώς τι νόημα έχει;


Σύντομο βιογραφικό
Ο Δημήτρης Σταμούλης γεννήθηκε στο Σίνδεϊ της Αυστραλίας και μεγάλωσε στην Αμμόχωστο της Κύπρου. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε γραφικές τέχνες, ζωγραφική, σκηνογραφία και θέατρο. Ως ηθοποιός έχει λάβει μέρος σε πολλές παραστάσεις σε αθηναϊκά και περιφερειακά θέατρα, σε έργα των Σαίξπηρ, Γκολντόνι, Λόρκα, Τ. Ουίλλιαμς, Τσέχωφ, Στρίντμπεργκ, Μπύχνερ, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Γκ. Γκριν κ.ά. Επίσης έχει συμμετάσχει σε τηλεοπτικές σειρές και κινηματογραφικές ταινίες. Έχει διδάξει θεατρικό αυτοσχεδιασμό και υποκριτική στη Σχολή Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας και στο Ισπανικό Ινστιτούτο Θερβάντες. Το 2011 εξέδωσε από τις εκδόσεις Ποταμός το βιβλίο «Ποιος είπε ότι η νύχτα είναι μαύρη;».

*Ο «Γενικός Γραμματέας» του Ηλία Καπετανάκη παίζεται κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 8.00 μ.μ. και κάθε Κυριακή στις 7.00 μ.μ. στην Κεντρική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕΚ, Δημοσθένους 2. «Οι φασουλήδες με το ρόπαλο» του Φ. Γκ. Λόρκα παρουσιάζονται οργανωμένα για μαθητές σχολείων.