Αντώνης Κατσάς: To “Σύρμα” είναι ένα έργο για τις Βαστίλες

 

Συνέντευξη στη Μαρία Νίκα

Μάχιμος δικηγόρος, με συμμετοχή στα κοινά, κυρίως στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατά των ναρκωτικών, ο Αντώνης Κατσάς πρόσφατα μας αποκάλυψε μία ακόμη ανησυχία του. Τη συγγραφή. Τον περασμένο χειμώνα εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «στο Σύρμα», ένα θεατρικό το οποίο αναφέρεται στα βασανιστήρια των ανθρώπων που εξορίστηκαν στη Μακρόνησο στα τέλη της δεκαετίας του ‘ 40 - αρχές του ΄50. Το έργο ανέβηκε με επιτυχία, σε σκηνοθεσία Κώστα Χαλκιά, από τη Θεατρική Διαδρομή Καλαμάτας, της οποίας ο Αντώνης Κατσάς υπήρξε πρόεδρος επί χρόνια. Τώρα γίνεται και ταινία. Τα γυρίσματα έχουν ήδη ξεκινήσει.


- Δεν ήξερα ότι γράφετε…

Πάντα έγραφα διάφορα πράγματα αλλά δεν τα γνωστοποιούσα. Διηγήματα, κείμενα μυθιστορηματικής μορφής, κείμενα για εκδηλώσεις, αφιερώματα στο τραγούδι με ιστορικές αναφορές. Δε θέλω να κάνω τον συγγραφέα, είναι περισσότερο μια προσωπική ανάγκη έκφρασης. Το έκανα για μένα.


- Το «Σύρμα» γιατί αποφασίσατε να το δημοσιοποιήσετε;

Αυτό το πράγμα κυοφορείτο πολύ καιρό. Είχα συγκλονιστεί από ένα βιβλίο του Φαρσακίδη για τη Μακρόνησο. Ένα καταπληκτικό βιβλίο που με επηρέασε πάρα πολύ στο θεατρικό. Υπήρχε ένα σημείο όπου ένας άνθρωπος, ο οποίος είχε τρελαθεί από το ξύλο, έλεγε «Μεριάστε να διαβώ, δε θα μου φράξετε το δρόμο». Αυτή η εικόνα είχε χαραχθεί στο μυαλό μου. Ένιωθα ότι είχα χρέος και απέναντι στον πατέρα μου, που είχε βιώσει καταστάσεις, όχι στη Μακρόνησο αλλά στη Γυάρο. Επίσης, είχα ζήσει από κοντά στην Καλαμάτα τον Χρήστο το Σοφρωνά, ο οποίος ήταν Μακρονησιώτης και είχε περάσει μεγάλα βασανιστήρια. Αυτόν τον άνθρωπο τον έβλεπα με τεράστιο σεβασμό. Έχουν βασανιστεί περίπου 100.000 άνθρωποι στη Μακρόνησο, σε μια περίοδο κυρίως 3-4 χρόνων, από το ΄47 μέχρι το ΄50. Και όμως υπάρχει τόση καταχνιά και σκόνη, καμιά φορά και λάσπη πάνω σε αυτή την ιστορία.
Διαπίστωσα ότι δεν είχε εκδοθεί σε βιβλίο κανένα θεατρικό έργο γι’ αυτό το θέμα. Ψάχνοντας στο Διαδίκτυο βρήκα μόνο ένα μικρό θεατρικό χειρόγραφο ενός Φάνη Καμπάνη, ο οποίος ήταν Μακρονησιώτης. Ούτε αυτό εκδόθηκε ποτέ. Έχω μια πληροφορία ότι αποπειράθηκε να το ανεβάσει τη δεκαετία του ΄50 ο Κάρολος Κουν με τον Φοίβο Ταξιάρχη να παίζει, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Ενώ, λοιπόν, υπήρχαν ταινίες, όπως το «Χάππυ Νταίη» του Παντελή Βούλγαρη, δεν υπήρχε κανένα θεατρικό. Έτσι θέλησα να κάνω μια απόπειρα να καλύψω αυτό το κενό. Και συνειδητοποίησα ότι δεν είναι εύκολο. Έχεις την αίσθηση μιας τεράστιας ευθύνης, αγγίζοντας ένα θέμα που δεν έχει προσεγγιστεί θεατρικά από κανέναν. Είχα την αγωνία εάν θα μπορούσα στοιχειωδώς να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις. Για τη μνήμη των ανθρώπων που πέθαναν εκεί, για τους ανθρώπους που ζουν και βασανίστηκαν.


 

- Στον πρόλογο αναφέρετε ότι όσα περιγράφετε βασίζονται σε αληθινές ιστορίες.

Είναι σκηνές που εμπνεύστηκα μέσα από πολλά διαβάσματα και άλλες που βασίζονται σε ιστορίες πραγματικές, τις οποίες είχα ακούσει και διασκεύασα. Για παράδειγμα, η δεύτερη σκηνή του έργου είναι η αληθινή ιστορία του Μάνου Κατράκη με τη μάνα του. Η άλλη σκηνή, που πάει η έγκυος γυναίκα να πείσει τον άντρα της να υπογράψει δήλωση, είναι ένα περιστατικό που συνέβη ανάμεσα στον πατέρα και τη μάνα μου. Διαβάζοντας βιβλία όπως του Φαρσακίδη, του Πικρού, του Λουντέμη, του Αβδούλου, μελετώντας υλικό για τη Μακρόνησο, έπαιρνα διάφορα ερεθίσματα. Είναι πράγματα που με είχαν συγκλονίσει, συνταράξει, τα οποία έκανα κείμενο. To δούλεψα πολύ καιρό. Όταν το τελείωσα άρχισα να το δίνω σε φίλους που εμπιστευόμουν, σκηνοθέτες, φιλολόγους, ηθοποιούς, ακόμη και σε ανθρώπους που είχαν εντελώς διαφορετική πολιτική προσέγγιση. Σε ανθρώπους που είχαν αγωνιστεί και σε άλλους που ήταν ουδέτεροι, αδιάφοροι. Ήθελα να διαπιστώσω εάν αυτό που έγραφα τους προξενούσε κάποιο ενδιαφέρον. Επειδή όλοι τους σχεδόν έβρισκαν θετικά στοιχεία, με τις επιφυλάξεις ή τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις τους ο καθένας, προχώρησα λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη τους. Για να καταλάβεις το ξανατύπωσα οκτώ φορές αυτό το κείμενο. Αφού καταστάλαξα, το διάβασα σε μια ομάδα ανθρώπων, ανάμεσά τους και ο σκηνοθέτης Κώστας Χαλκιάς. Πέρυσι τον Μάιο. Ενθουσιάστηκαν. Και ήταν μια παρέα ανθρώπων που δεν ανήκαν σε αυτή την πλευρά πολιτικά. Μετά το πρότεινα στο Συμβούλιο της Θεατρικής Διαδρομής και σε όλη την ομάδα. Τους άρεσε πολύ. Το συζητήσαμε πριν κάνω την «αποκοτιά» για τη θεατρική παράσταση.

 

- Στη Σύγχρονη Εποχή πώς βρεθήκατε;

Όταν το τελείωσα το πήγα στη Σύγχρονη Εποχή. Είπα, με λένε Αντώνη Κατσά, έχω γράψει αυτό. Δεν ανέφερα την ιδιότητά μου, ούτε αν έχω πολιτική σχέση με κάποιο κόμμα. Μου λένε, συνήθως δεν εκδίδουμε θεατρικά έργα. Τους λέω, διαβάστε το και αν σας λέει κάτι. Το πήγα Παρασκευή, Δευτέρα πρωί με παίρνει μια κυρία και μου λέει, κύριε Κατσά μας άρεσε πολύ το έργο σας, αναλαμβάνουμε να το εκδώσουμε. Φυσικά τους είπα ότι εγώ δεν έχω καμία οικονομική αξίωση, εκχωρώ πλήρως τα δικαιώματα στη Σύγχρονη Εποχή. Λόγω του θέματος δεν υπήρχε περίπτωση να θέλω να βγάλω έστω και ένα ευρώ από αυτή την ιστορία.
Εν τω μεταξύ, το ανέβασμα της παράστασης προχωρούσε. Είχαμε ήδη αρχίσει από τον Σεπτέμβρη του ΄19 πρόβες. Σημειωτέον ότι κατά τη διάρκεια των προβών, αντιλαμβανόμενος στην πράξη σκηνικές αδυναμίες του έργου το βελτίωνα. Συζητούσα και με τον Κώστα τον Χαλκιά, στον οποίο έχω μεγάλη εμπιστοσύνη και ως καλλιτέχνη και λόγω της πολιτικής του άποψης, μέσα από τη συνεργασία που έχουμε εδώ και 7-8 χρόνια στη Θεατρική Διαδρομή. Γίνονταν παρατηρήσεις και απ’ όλο το θίασο. Τελικά αυτή η ιστορία κατέληξε να έχει και μία συλλογικότητα, μπορεί να έχει τη δική μου υπογραφή αλλά από ένα λιθαράκι έβαλε πολύς κόσμος.


- Τι έχει να πει σήμερα ένα βιβλίο για τη Μακρόνησο;

Κατ’ αρχάς δεν είναι ένα «στρατευμένο» βιβλίο με την απόλυτη έννοια. Είναι ένα έργο που θα μπορούσε να έχει γραφτεί για τις Βαστίλες, για τους ιεροεξεταστές του Μεσαίωνα, για την περίοδο των διώξεων των πρώτων χριστιανών, για το Γκουαντανάμο, το Απαρτχάιντ. Ένα έργο που θα μπορούσε να έχει γραφτεί για μετά από 100 ή 200 χρόνια που θα υπάρχουν τέτοια φαινόμενα. Εκείνο που πραγματεύεται στην ουσία είναι η προσπάθεια κάποιων να αλλοιώσουν με βίαια μέσα τη συνείδηση του άλλου. Το βιβλίο θίγει ένα ζήτημα με διαχρονική σημασία. Ως θέμα είναι διαχρονικό. Γιατί υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πάντα, δυστυχώς.
Και στο τέλος – με βάση τη μαρξιστική θεωρία –  γίνεται η μεγάλη ανατροπή. Η ιστορία καταλήγει στο ότι η κοινωνική συνείδηση διαμορφώνεται από το κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι μπορεί ο πολύ καλός να γίνει πολύ κακός - είχαμε ανθρώπους που υπέγραψαν και βασάνιζαν τους συντρόφους τους – και ο πολύ κακός να γίνει καλός, κάτω από κάποιες συνθήκες. Είναι η δύναμη και η τεράστια επίδραση του περιβάλλοντος στην κοινωνική συνείδηση του ανθρώπου. Αν το δεχτούμε αυτό σαν παραδοχή, τι κάνουμε; Μας δημιουργείται η υποχρέωση να φτιάχνουμε τις συνθήκες γύρω μας, ώστε οι άνθρωποι να γίνονται καλύτεροι.

 

- Όταν το πρωτοδιάβασα, τα βασανιστήρια μου είχαν φανεί τόσο άγρια που σας ρώτησα «μήπως υπερβάλλετε λίγο;». Μου είπατε ότι στην πραγματικότητα τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα.

Οι περιγραφές μου είναι και ιδιαιτέρως «light». Ήταν πράγματι πολύ χειρότερα. Δηλαδή αν δεις τι γινόταν στη χαράδρα, στο Σύρμα, στις γυναίκες… Δεν αναφέρονται όλα. Όμως πιστεύω ότι σε μεγάλο βαθμό το έργο καταφέρνει να δώσει το κλίμα της περιόδου εκείνης και των συνθηκών ή τουλάχιστον να ερεθίσει την περιέργεια του άλλου για να ψάξει το θέμα. Είναι κρίμα, 100.000 άνθρωποι, σχεδόν δύο πόλεις σαν την Καλαμάτα πέρασαν από αυτό το ξερονήσι που έχει μήκος 13 χλμ και πλάτος 2,5 χλμ το πολύ. Μια λωρίδα γης που ήταν μόνο ποντίκια και σκορπιοί, που την έδερνε ο άνεμος, χωρίς ένα δέντρο για να καθίσεις στον ίσκιο του. Εκεί βασανίστηκαν πολιτικοί κρατούμενοι. Και υπάρχει τόσος κόσμος που δεν ξέρει αυτή την ιστορία. Παιδιά από τη Θεατρική Διαδρομή δεν είχαν ακούσει ποτέ για τη Μακρόνησο και τώρα έχουν πέσει με τα μούτρα και διαβάζουν. Και άλλος κόσμος. Αν δείτε το βιβλίο των εντυπώσεων από την παράσταση, και τι γράφουν οι θεατές! Είναι εκπληκτικό. Πιστεύω ότι το έργο έχει πορεία μπροστά του, έχει πολλά να πει ακόμη.

 

- Από τον πατέρα σας τι θυμάστε;

Όταν έγινε η χούντα ακούσαμε ότι θα ερχόταν η αστυνομία στο χωριό να πάρει τον πατέρα μου. Εγώ τότε ήμουν 11 χρονώ. Πήρα όλα τα παιδιά του χωριού και πήγαμε πιο κάτω σ’ ένα γεφυράκι να περιμένουμε. Δεν ξέραμε τι γινόταν. Νομίζαμε ότι θα έρθουν οι Τούρκοι από τη θάλασσα. Εν τω μεταξύ νύχτωσε, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία. Αφού μας έψαχναν ώρες τελικά μας βρήκαν και μας γύρισαν πίσω στα σπίτια μας. Ε, το βράδυ κατά τις 10.30 ήρθαν και πήραν τον πατέρα μου. Λιποθύμησε η μάνα μου - ήταν έγκυος την αδελφή μου - και του λένε, να σε αφήσουμε και να πάρουμε κάποιον άλλον; Τους λέει τότε ο πατέρας μου, γίνεται να με αφήσετε και να μην πάρετε κανέναν; Του απάντησαν όχι. Ε, τότε πάμε, τους είπε. Και τον πήραν. Αρχικά τον πήγανε στο Αλεξανδράκειο που ήταν φυλακές τότε. Μετά από λίγες μέρες πήγε η μάνα μου να τον βρει και να τον πείσει να υπογράψει. Αυτή η σκηνή υπάρχει στο βιβλίο, βέβαια όχι ακριβώς ίδια.

 

- Παρά τη βαριά ατμόσφαιρα, στο έργο υπάρχουν και στιγμές με χιούμορ που σε κάνουν να χαμογελάς. Όπως εκεί που ο κρατούμενος καθηγητής μιλά στους βασανιστές του για τη φιλοσοφία του Επίκουρου. Όμως αυτοί δεν ξέρουν ποιος είναι ο Επίκουρος.

Σε αυτή τη σκηνή είχα στο μυαλό μου τον Κώστα το Δεσποτόπουλο. Ο Βασιλογιαννάκος, με τον οποίο μιλάει ο καθηγητής Πανεπιστημίου, είναι στην ουσία ο Βασιλόπουλος, ο διοικητής της Μακρονήσου. Ο Χαλούμπακας είναι ο Σκαλούμπακας. Έχω παραποιήσει τα ονόματα. Και Κοθράς βασανιστής υπήρχε. Ναι, το έργο έχει και στιγμές χιούμορ και εναλλαγές νομίζω. Δηλαδή εκεί που σε φορτίζει σε αποφορτίζει. Θεωρώ πολύ καλές τις σκηνές των δύο αγοριών που συζητούν μετά την εικονική εκτέλεση για το πώς ένιωσαν, που λένε για τη ζωή τους. Και το τέλος νομίζω είναι πολύ ωραίο. Ανατρεπτικό. Δεν το περιμένεις.

 

- Το έργο έκανε πρεμιέρα τον Φεβρουάριο στο Πνευματικό Κέντρο, συνεχίστηκε με επιτυχία αλλά σας διέκοψε η καραντίνα. Θα το ξαναπαρουσιάσετε;

Ναι, το κατεβάσαμε λόγω της καραντίνας. Η δυναμική που είχε από πλευράς προσέλευσης ήταν πρωτοφανής στα 25 χρόνια που λειτουργούμε τη Θεατρική Διαδρομή. Τις τελευταίες μέρες, παρότι γίνονταν ακυρώσεις λόγω κορονοϊού, το θέατρο ήταν γεμάτο. Αυτό σημαίνει ότι αν συνεχίζαμε, θα έσπαγε ρεκόρ προσέλευσης. Και γι’ αυτό το λόγο, αλλά και λόγω της πίεσης που δεχόμαστε από τον κόσμο, έχουμε ήδη κλείσει το Πνευματικό Κέντρο από τις 9 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2021. Εάν δεν προκύψει κανένα πρόβλημα με τον κορονοϊό θα το ξαναπαίξουμε.

 

- Το κάνετε και ταινία. Αυτές τις μέρες μάλιστα έχετε γυρίσματα στη Γλυφάδα Πυλίας, το χωριό σας…

Ναι, διαμορφώσαμε έναν χώρο, μια εγκαταλειμμένη αποθήκη του Αγροτικού Συνεταιρισμού. Εκεί υποτίθεται θα είναι το γραφείο του βασανιστή και το γραφείο του διοικητή της Μακρονήσου. Πήγαμε και στα Δικαστήρια της Τρίπολης όπου γίνονταν τότε οι δίκες όσων πήγαιναν για εκτέλεση. Στο υπόγειο ήταν τα κρατητήρια. Τους δίκαζαν και ύστερα τους πήγαιναν δίπλα και τους εκτελούσαν. Σε αυτό τον ιστορικό χώρο κάναμε γυρίσματα. Αυτό το Σαββατοκύριακο τελειώνουμε τα εσωτερικά και πάμε για τα εξωτερικά. Στην Κορώνη θα κάνουμε τη «σκηνή του καϊκιού» και στο Κάστρο της Καλαμάτας την τελευταία σκηνή στο παγκάκι, μακριά από το θόρυβο της πόλης. Το μελετάμε, κάνουμε μια πολύ σοβαρή δουλειά με ένα πολύ έμπειρο συνεργείο, με πολλή αγάπη γι’ αυτό το πράγμα. Ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος είναι ο σκηνοθέτης πάνω στο δικό μου σενάριο, ενώ συμμετέχουν 60 ηθοποιοί, οι περισσότεροι έμπειρα μέλη της Θεατρικής Διαδρομής, συν τους κομπάρσους.

 

- Πότε θα είναι έτοιμο να προβληθεί;

Φέτος δεν το βλέπω αλλά του χρόνου, μετά την παράσταση πιθανόν να ακολουθήσει και η ταινία.